Γνωρίζουμε εδώ και χρόνια ότι μια διατροφή πλούσια σε λαχανικά συνδέεται με καλύτερη καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία.
Όμως μια νέα ανακάλυψη δείχνει ότι το μυστικό ίσως δεν βρίσκεται μόνο στα ίδια τα λαχανικά — αλλά σε αυτό που κάνουν τα βακτήρια του εντέρου με τα συστατικά τους.
Ερευνητές του Karolinska Institutet ανακάλυψαν έναν προηγουμένως άγνωστο μηχανισμό μέσω του οποίου το μικροβίωμα μπορεί να μετατρέπει δύο συστατικά της διατροφής σε βιολογικά ενεργά μόρια.
Τα δύο συστατικά είναι τα νιτρικά άλατα και ο μη αιμικός σίδηρος.
Από το παντζάρι και το σπανάκι… στο μικροβίωμα
Τα νιτρικά υπάρχουν φυσικά σε πολλά λαχανικά.
Ιδιαίτερα πλούσιες πηγές είναι:
το παντζάρι
το σπανάκι
η ρόκα
το μαρούλι και άλλα φυλλώδη λαχανικά.
Ο μη αιμικός σίδηρος είναι η μορφή σιδήρου που συναντάμε σε φυτικές τροφές όπως τα όσπρια, τα δημητριακά ολικής άλεσης και τα πράσινα λαχανικά.
Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα βακτήρια του εντέρου μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα συστατικά για να σχηματίσουν ενώσεις που ονομάζονται δινιτροζυλικά σύμπλοκα σιδήρου — DNICs.
Τα μόρια ταξιδεύουν μέσα στο σώμα
Τα DNICs δεν φαίνεται να παραμένουν απλώς μέσα στο έντερο.
Μπορούν να απορροφηθούν και να μεταφερθούν σε διαφορετικά όργανα, ιδιαίτερα στο ήπαρ και τους νεφρούς.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήρθε όταν οι ερευνητές εξέτασαν ζώα χωρίς εντερικό μικροβίωμα.
Σε ποντίκια χωρίς μικρόβια, τα συγκεκριμένα μόρια απουσίαζαν εντελώς.
Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι τα βακτήρια του εντέρου είναι απαραίτητα για τη δημιουργία τους.
Τι συνέβη όταν αυξήθηκαν τα συγκεκριμένα μόρια
Οι ερευνητές αύξησαν τα επίπεδα DNIC είτε μέσω διατροφικής χορήγησης νιτρικών και σιδήρου είτε μέσω συνθετικά παραγόμενων DNIC.
Σε ζωικό μοντέλο καρδιαγγειακής και μεταβολικής νόσου παρατηρήθηκαν αρκετές ενδιαφέρουσες αλλαγές:
χαμηλότερη αρτηριακή πίεση, καλύτερη λειτουργία των αγγείων, καλύτερος έλεγχος του σακχάρου και μικρότερη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ.
Τα αποτελέσματα δημιουργούν έναν πιθανό νέο μηχανισμό που θα μπορούσε να εξηγεί μέρος των οφελών μιας διατροφής πλούσιας σε λαχανικά.
Μήπως λοιπόν τα βακτήρια «ενεργοποιούν» την τροφή;
Αυτή είναι ίσως η πιο συναρπαστική πλευρά της ανακάλυψης.
Η τροφή που τρώμε δεν δρα απαραίτητα στο σώμα ακριβώς με τη μορφή που την καταναλώνουμε.
Πρώτα συναντά έναν τεράστιο μικροβιακό κόσμο μέσα στο έντερο.
Τα βακτήρια μπορούν να μεταβολίσουν συστατικά της τροφής και να δημιουργήσουν εντελώς νέα βιολογικά ενεργά μόρια.
Έτσι, δύο άνθρωποι που καταναλώνουν παρόμοια τρόφιμα μπορεί θεωρητικά να μην παράγουν ακριβώς την ίδια μεταβολική απόκριση, ανάλογα και με τη σύνθεση του μικροβιώματός τους.
Τι ΔΕΝ αποδεικνύει η μελέτη
Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι το παντζάρι ή το σπανάκι θεραπεύουν την υπέρταση, τον διαβήτη ή το λιπώδες ήπαρ.
Μεγάλο μέρος της έρευνας πραγματοποιήθηκε σε ποντίκια, κύτταρα και βακτηριακά μοντέλα, παρότι χρησιμοποιήθηκαν επίσης ανθρώπινα δείγματα.
Οι ίδιοι οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να καταλάβουμε πόσο σημαντικός είναι ο συγκεκριμένος μηχανισμός στον άνθρωπο.
Το επόμενο μεγάλο βήμα
Οι ερευνητές θέλουν τώρα να αναπτύξουν τρόπους μέτρησης των DNICs στους ανθρώπους.
Θέλουν επίσης να μάθουν:
πώς ακριβώς δημιουργούνται, πώς μεταφέρονται στα όργανα, τι επιδράσεις έχουν και — ίσως το πιο ενδιαφέρον — αν μπορούμε να επηρεάσουμε την παραγωγή τους αλλάζοντας τη διατροφή ή το μικροβίωμα.
Αν αυτό επιβεβαιωθεί σε ανθρώπινες μελέτες, θα μπορούσε να ανοίξει έναν συναρπαστικό νέο δρόμο στη διατροφική επιστήμη.
Όχι απλώς:
«ποια τρόφιμα είναι υγιεινά;»
Αλλά:
«τι παράγει το δικό μας μικροβίωμα όταν τρώμε αυτά τα τρόφιμα;»
Ίσως εκεί βρίσκεται ένα από τα επόμενα μεγάλα κεφάλαια της εξατομικευμένης διατροφής.
Εσείς πόσο συχνά βάζετε παντζάρι, σπανάκι, ρόκα ή όσπρια στη διατροφή σας; Γράψτε μας στα σχόλια.
#μικροβίωμα #έντερο #διατροφή #λαχανικά
Disclaimer: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί ιατρική ή διατροφική συμβουλή. Μεγάλο μέρος των αποτελεσμάτων προέρχεται από πειραματικά και ζωικά μοντέλα και απαιτούνται περαιτέρω ανθρώπινες μελέτες.

Social Plugin